Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που διενεργήθηκε στην Αμερική και δημοσιεύθηκε στην journal Progress in Cardiovascular Diseases, αντιοξειδωτικά των συμπληρωμάτων και των τροφίμων για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς φαίνεται να βελτιώνουν την σηματοδότηση των ιντερφερονών, δηλαδή των παραγόντων με αντ-ϊική δραστηριότητα, και να δρουν ενάντια στους RNA ιούς συμπεριλαμβανομένου του COVID-19 κοροναϊού.

Βιταμίνη Ε: η βιταμίνη που θωρακίζει τον οργανισμό και προστατεύει το αναπνευστικό σύστημα

Η βιταμίνη Ε ή α- τοκοφερόλη είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία έχει αντιοξειδωτική δράση. Η βιταμίνη αυτή είναι λιπόφιλη με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην προστασία των μεμβρανών από την υπεροξείδωση των λιπιδίων. Αυτό σημαίνει ότι η βιταμίνη Ε λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός άμυνας ενάντια στις αντιδράσεις οξείδωσης.

Οι βιταμίνες αποτελούν μικρά βιολογικά μόρια τα οποία είναι απαραίτητα σε μικρές ποσότητες στη διατροφή. Οι βιταμίνες Β1 και Β6 ανήκουν στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες, στο σύμπλεγμα της βιταμίνης Β, και ως συνένζυμα συμμετέχουν στις μεταβολικές διεργασίες του οργανισμού. Οι βιταμίνες αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της ομοιόστασης του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η στοματική βλεννογονίτιδα αποτελεί την πιο συνηθισμένη επιπλοκή που εμφανίζεται σε παιδιά που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία ή/και ακτινοθεραπεία. Η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των διαταραχών του μυελού των οστών (πχ. λέμφωμα, λευχαιμία) και των όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η βιταμίνη Ε ή α- τοκοφερόλη είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία έχει αντιοξειδωτική δράση.

Η βιταμίνη αυτή είναι λιπόφιλη με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην προστασία των μεμβρανών από την υπεροξείδωση των λιπιδίων.

Αυτό σημαίνει ότι η βιταμίνη Ε λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός άμυνας ενάντια στις αντιδράσεις οξείδωσης.

Ο ψευδάργυρος (Zn) είναι το δεύτερο μέταλλο σε αφθονία στο ανθρώπινο σώμα με αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Αποτελεί ένα απαραίτητο ιχνοστοιχείο για τις βασικές κυτταρικές διεργασίες, όπως η κυτταρική αύξηση, η διαφοροποίηση και η επιβίωση.

Το σύνδρομο καυσαλγίας στόματος ή αλλιώς στοματοδυνία ή γλωσσοδυνία περιγράφει μία χρόνια ή επαναλαμβανόμενη επώδυνη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αίσθηση καύσου στον στοματικό βλεννογόνο, χωρίς την παρουσία κάποιας άλλης τοπικής βλάβης.

Εμφανίζεται και στα δύο φύλα μέσης ηλικίας και άνω, με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.

Τα οφέλη της ακτινοθεραπείας στην αντιμετώπιση του καρκίνου είναι πολύ σημαντικά.

Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται περίπου 100 χρόνια για τη θεραπεία του καρκίνου, είτε ως βασική θεραπεία είτε ως επικουρική.

Σε κάποιες κατηγορίες όγκων (όγκοι κεφαλής – τραχήλου) αποτελεί θεραπεία εκλογής, με άριστα αποτελέσματα, αποφεύγοντας τις ακρωτηριαστικές επεμβάσεις.

Η εμφάνιση αφθών στη στοματική κοιλότητα ανήκει στις πιο συχνές παθήσεις του στοματικού βλεννογόνου κατά την παιδική ηλικία.

Η υποτροπιάζουσα αφθώδης στοματίτιδα φαίνεται να αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία στοματικών αφθών στα παιδιά.

Μάλιστα, υπολογίζεται ότι το ένα ποσοστό 20% θα παρουσιάσει άφθες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Η υποτροπιάζουσα αφθώδης στοματίτιδα, κοινώς άφθες, είναι μία από τις συχνότερες παθήσεις του στοματικού βλεννογόνου με συχνότητα εμφάνισης στον γενικό πληθυσμό 5-25%.

Η ονομασία της νόσου είναι γνωστή από την αρχαιότητα καθώς ο όρος «άφθαι» που σημαίνει «ανάβω» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ιπποκράτη για να περιγράψει τον πόνο που οφειλόταν σε βλάβες του στόματος.

Η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες μπορεί να αποβεί μοιραία για την επιδερμίδα προκαλώντας ήπια ή και σοβαρότερα προβλήματα όπως το ηλιακό έγκαυμα.

Η υποτροπιάζουσα αφθώδης στοματίτιδα αποτελεί μία από τις συχνότερες νόσους που προσβάλλουν το βλεννογόνο του στόματος ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, γεωγραφικής κατανομής.

Η αφθώδης στοματίτιδα χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα έλκη με σαφή μορφολογία ανάλογα με την κλινική τους εμφάνιση (ελάσσονα, μείζονα και ερπητόμορφα έλκη).

Η στοματική βλεννογονίτιδα αποτελεί μια οξεία φλεγμονή του βλεννογόνου και είναι απότοκη των αντικαρκινικών θεραπειών, της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας.

Υπολογίζεται ότι σχεδόν όλοι οι ασθενείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία θα εμφανίσουν επιπλοκές στο στόμα, συμπεριλαμβανομένης της στοματικής βλεννογονίτιδας.

ΠΑΛΜΙΤΟΫΛΑΙΘΑΝΟΛΑΜΙΔΙΟ (PEA)

Πολλοί ασθενείς που πάσχουν από νευροπαθητικές καταστάσεις έχουν πόνο που είναι ανθεκτικός στις υπάρχουσες θεραπείες. Το παλμιτοϋλαιθανολαμίδιο (PEA), ένα ενδογενές αμίδιο λιπαρού οξέος, είναι ένας νέος παράγοντας στη θεραπεία του πόνου και της φλεγμονής.

Μία από τις πιο συχνές επιπλοκές που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των δύο τύπων αντικαρκινικής θεραπευτικής αντιμετώπισης, τη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, είναι αυτή της στοματικής βλεννογονίτιδας.   

Με ιατρικούς όρους, πρόκειται για την οξεία φλεγμονή και εξέλκωση του στοματικού βλεννογόνου του οποίου η ακεραιότητα απειλείται από την καταστροφή των ταχέως διαιρούμενων επιθηλιακών κυττάρων που καλύπτουν των γαστρεντερικό σωλήνα, ως αποτέλεσμα χημειοθεραπείας  και/ή ακτινοβολίας που αφορά στην περιοχή κεφαλής-τραχήλου.

Η στοματική βλεννογονίτιδα οφείλεται συχνά στην ακτινοθεραπεία ή/και χημειοθεραπεία και εμφανίζεται:

  • στο 40% των καρκινοπαθών που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία
  • σε πάνω από το 70% των ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία εν αναμονή μεταμόσχευσης μυελού των οστών
  • στο 100% των ασθενών που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία για ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα της κεφαλής και του τραχήλου.

Ενδείξεις και τρόποι χορήγησης

Το gelX® Oral Spray είναι ιατροτεχνολογικό προϊόν κλάσης IIα. Η σύνθεσή του από ανόργανο άλας και σουλφονικό οξύ προστατεύεται από κατοχυρωμένο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και προορίζεται για τη θεραπεία μίας ή περισσότερων νόσων και δυσλειτουργιών του βλεννογόνου του στόματος.